ὄργανον

τὸ ὄργανον орудие, инструмент (ср. орган, орган; позднелат. organizo > организовать)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὄργανον" в других словарях:

  • ὄργανον — instrument neut nom/voc/acc sg ὄργανος working masc acc sg ὄργανος working neut nom/voc/acc sg ὄργᾱνον , ὀργαίνω make angry aor imperat act 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοὔργανον — ὄργανον , ὄργανον instrument neut nom/voc/acc sg ὄργανον , ὄργανος working masc acc sg ὄργανον , ὄργανος working neut nom/voc/acc sg ὄργᾱνον , ὀργαίνω make angry aor imperat act 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάνοιν — ὄργανον instrument neut gen/dat dual ὄργανος working masc/neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάνοις — ὄργανον instrument neut dat pl ὄργανος working masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάνοισι — ὄργανον instrument neut dat pl (epic ionic aeolic) ὄργανος working masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάνοισιν — ὄργανον instrument neut dat pl (epic ionic aeolic) ὄργανος working masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάνου — ὄργανον instrument neut gen sg ὄργανος working masc/neut gen sg ὀργανόω to be organized pres imperat act 2nd sg ὀργανόω to be organized imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάνων — ὄργανον instrument neut gen pl ὄργανος working fem gen pl ὄργανος working masc/neut gen pl ὀργανόω to be organized imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ὀργανόω to be organized imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀργάνῳ — ὄργανον instrument neut dat sg ὄργανος working masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὄργανα — ὄργανον instrument neut nom/voc/acc pl ὄργανος working neut nom/voc/acc pl ὄργᾱνα , ὀργαίνω make angry aor ind act 1st sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όργανο — το (ΑΜ ὄργανον) 1. κάθε φυσικό ή τεχνητό μέσο που χρησιμεύει για παραγωγή έργου, σύνεργο 2. καθένα από τα αυτοτελή μέρη τού οργανισμού ζώων και φυτών το οποίο επιτελεί συγκεκριμένη λειτουργία (α. «αναπνευστικά όργανα» β. «ὄργανα πρὸς ἐργασίαν τῆς …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.